(ούτε στη ζωή, ούτε στην αγάπη)
Υπάρχουν περίοδοι στη ζωή μου — και στις σχέσεις μου — που νιώθω πως όλοι γύρω μου τρέχουν. Σαν να υπάρχει μια αόρατη πίστα φόρμουλα 1, με κράνος, με χρονόμετρα, προσπεράσεις και μια μόνιμη υπενθύμιση ότι «πρέπει να προχωράς» και στόχο το «πιο γρήγορα γίνεται».
Κι εγώ κάπου εκεί, λίγο πιο πίσω, με αλάρμ αναμμένο να κοιτάζω τον δρόμο, τον ουρανό, το πώς νιώθει το σώμα μου σήμερα.
Και παλιά, εκεί ακριβώς, ερχόταν η γνώριμη σκέψη:
Μήπως κάτι δεν πάει καλά με μένα;
Μήπως άργησα;
Μήπως δεν θέλω αρκετά;
Με τα χρόνια κατάλαβα κάτι απλό — και πολύ απελευθερωτικό:
δεν ήταν ότι δεν μπορούσα να τρέξω.
Ήταν ότι δεν ήθελα πια να ζω σαν αγώνας.
Τώρα πια χαμογελάω. Όχι ειρωνικά. Τρυφερά.
Γιατί κατάλαβα κάτι απλό: δεν ήταν ποτέ θέμα ικανότητας.
Ήταν θέμα ρυθμού.
Υπάρχουν φάσεις που η ζωή — και η αγάπη — είναι Φόρμουλα 1.
Όλα ξεκινούν γρήγορα, έντονα, φλογερά, με αδρεναλίνη. Με μηνύματα που δεν προλαβαίνεις να διαβάσεις και συναισθήματα που σε προσπερνούν πριν τα καταλάβεις. Σχέσεις που ξεκινούν πριν προλάβεις να καταλάβεις αν διψάς ή αν απλώς τρέχεις επειδή όλοι τρέχουν.
Το έχω ζήσει αυτό. Και το αγάπησα.
Είναι φωτιά. Είναι πάθος. Είναι το “πάμε κι όπου βγει”.
Και κάποια στιγμή… είναι εξαντλητικό.
Γιατί όσο κι αν μας αρέσει η ένταση, κανένα σώμα δεν αντέχει για πάντα να ζει στο κόκκινο.
Κάποια στιγμή το σώμα τραβά χειρόφρενο.
Και η ψυχή… απλώς κατεβαίνει από το αμάξι.
Στη δική μου σχέση, υπήρξαν τέτοιες φάσεις.
Στιγμές έντασης, βαθιάς σύνδεσης, γρήγορης εγγύτητας.
Και μαζί τους, στιγμές που ένιωθα ότι εγώ είμαι λίγο πιο μπροστά.
Όχι γιατί βιαζόμουν.
Αλλά γιατί έτσι αγαπάω όταν νιώθω ασφάλεια: ανοίγομαι, μιλάω, μοιράζομαι, συνδέομαι.
Κι εκείνος, λίγο πιο πίσω.
Να κοιτάζει. Να μετρά. Να θέλει, αλλά να χρειάζεται χρόνο.
Και παλιά αυτό με τρόμαζε.
Το μετέφραζα ως απόσταση.
Σαν να έβλεπα τον άλλον να μην πατάει γκάζι και να σκεφτόμουν:
δεν θέλει αρκετά.
Τώρα ξέρω πως δεν ήταν αυτό.
Ήταν απλώς διαφορετικός ρυθμός αγάπης.
Προχωρώντας, άρχισα να καταλαβαίνω κάτι ακόμη:
η αληθινή ωριμότητα δεν είναι να πατάς πάντα γκάζι.
Είναι να ξέρεις πότε να αλλάζεις ταχύτητα.
Και να μη ντρέπεσαι γι’ αυτό.
Γιατί δεν γεννηθήκαμε όλοι για Φόρμουλα 1.
Κάποιοι είμαστε για road trip, με μουσική, στροφές, λάθη και στάσεις στην άκρη του δρόμου.
Και αυτό δεν μας κάνει λιγότερο ερωτικούς.
Μας κάνει πιο αληθινούς.
Όχι αγώνας, αλλά ούτε και αργή διαδρομή.
Σαν να οδηγείς ένα γρήγορο αυτοκίνητο, αλλά αυτή τη φορά κοιτάς και το τοπίο.
Κι όμως, αν είμαι ειλικρινής, ακόμα κι εκεί υπήρξαν στιγμές που κάτι μέσα μου ψιθύριζε:
Δεν είναι αυτό.
Όχι γιατί ήταν λάθος.
Αλλά γιατί δεν ήταν αυτό που χρειαζόμουν τότε.
Και κάπως έτσι, χωρίς να το σχεδιάσω, βρέθηκα στο παλιό βανάκι.
Αυτό που πάει αργά.
Που δεν εντυπωσιάζει.
Που δεν έχει πρόγραμμα.
Αυτό που σε αναγκάζει να νιώσεις.
Εκεί κατάλαβα κάτι σημαντικό για μένα και τις σχέσεις μου:
δεν θέλω πάντα ένταση.
δεν θέλω πάντα μεγάλες δηλώσεις.
δεν θέλω πάντα “πού πάει αυτό”.
Θέλω χώρο.
Θέλω να μπορώ να είμαι ήσυχη μέσα μου και με τον άλλον.
Θέλω η αγάπη να μην με σπρώχνει, αλλά να με κρατά.
Στη σχέση μας αυτό μεταφράστηκε σε σιωπές.
Σε βράδια που δεν μιλήσαμε πολύ.
Και παλιά αυτές οι σιωπές θα γέμιζαν το κεφάλι μου με ερωτηματικά.
Τώρα απλώς τις άφησα να είναι.
Και παρατήρησα κάτι απροσδόκητο:
όσο λιγότερο πίεζα τον ρυθμό, τόσο πιο αληθινά εμφανιζόταν εκείνος.
Σαν να αλλάξαμε όχημα χωρίς να το πούμε.
Από κάτι γρήγορο… σε κάτι πιο αργό.
Με περισσότερο χώρο.
Εκεί άρχισα να νιώθω ηρεμία μέσα στη σχέση.
Όχι αδιαφορία.
Ησυχία.
Και κατάλαβα πως εγώ, αυτή την περίοδο της ζωής μου,
δεν θέλω αγάπη που με ανεβάζει στα ύψη και μετά με αφήνει να πέφτω.
Θέλω αγάπη που με κρατά.
Και κάπου εδώ μπαίνουν οι αριθμοί της αγάπης — όχι οι μαθηματικοί, οι άλλοι.
Δεν αγαπάμε όλοι με τον ίδιο ρυθμό.
Κάποιοι αγαπούν με 100 — τώρα, όλα ή τίποτα, χωρίς φρένα.
Άλλοι με 60 — σταθερά, ήρεμα, με διάρκεια, χωρίς δράματα.
Και κάποιοι με 20 — λίγο λίγο, με φόβο, με προσοχή, με παύσεις.
Το πρόβλημα δεν είναι ο αριθμός.
Το πρόβλημα είναι όταν προσπαθείς να αγαπήσεις σε ρυθμό που δεν σου ανήκει. Πόσες φορές προσπαθήσαμε να αγαπήσουμε σε ρυθμό που δεν μας ανήκε, μόνο και μόνο για να μη χάσουμε κάποιον.
Και τελικά χάνεις εσένα.
Στη σχέση μου έμαθα κάτι δύσκολο και πολύτιμο:
δεν χρειάζεται να είμαστε στο ίδιο όχημα.
Δεν χρειάζεται να πηγαίνουμε με την ίδια ταχύτητα.
Χρειάζεται μόνο να μη ζητάμε ο ένας από τον άλλον να προδώσει τον ρυθμό του. Να μη ζητάμε ο ένας από τον άλλον να γίνει κάτι που δεν είναι.
Σήμερα δεν ξέρω πού πάει αυτή η σχέση.
Και — για πρώτη φορά — αυτό δεν με τρομάζει.
Γιατί δεν νιώθω ότι τρέχουμε.
Νιώθω ότι κινούμαστε.
Και αυτό, για μένα, είναι καινούργιο.
Κι αν κάτι ξέρω πια με σιγουριά, είναι αυτό:
Δεν με ενδιαφέρει πια να φτάσω πρώτη.
Ούτε να αποδείξω πόσο μπορώ να αγαπήσω.
Με ενδιαφέρει να φτάσω ολόκληρη.
Γιατί αν κάτι έμαθα από τον χρόνο, τις ταχύτητες και την αγάπη, είναι αυτό: η αγάπη δεν είναι αγώνας.
Δεν είναι άφιξη.
Δεν είναι προσπέραση.
Είναι ρυθμός.
Και όταν ο ρυθμός είναι αληθινός, ακόμα και ο πιο αργός δρόμος σε πηγαίνει εκεί που πρέπει.
Και κάπου εδώ, αν κάνω μια στάση στην άκρη του δρόμου,
δεν είναι για να μετρήσω πόσο προχώρησα.
Είναι για να νιώσω αν είμαι ακόμα μέσα μου.
Δεν θέλω πια να τρέχω για να μη χάσω.
Δεν θέλω να προσαρμόζω τον ρυθμό μου για να χωρέσω.
Θέλω να οδηγώ όπως αντέχει η καρδιά μου αυτή την περίοδο.
Αργά, γρήγορα, με στάσεις ή με σιωπή.
Αν κάτι έμαθα, είναι ότι ο χρόνος δεν ζητά να τον νικήσεις.
Ζητά να τον κατοικήσεις.
Και η αγάπη δεν θέλει ταχύτητα.
Θέλει παρουσία.


